
Ποτέ δεν κατάφερα να βρω τον τρόπο να αποτυπώνω τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου στο βαθμό που θα ήθελα.
Πάντα κάτι έλειπε, κι αυτό το κάτι λέω να το ονοματίσω «χρόνο».
Πολυδιάστατη έννοια.
Άλλοτε δεν έχω τον χρόνο να καταγράψω όσα θέλω τη στιγμή που τα νιώθω.
Άλλοτε συμβαίνει να θέλω να το κάνω μεταχρονολογημένα, και τότε να συνειδητοποιώ πως δεν έχει πια σημασία να το κάνω, αφού πέρασαν και συμβαίνουν άλλα. Κι άλλοτε πάλι, να μη θέλω απλά να γράψω, γιατί ο πραγματικός χρόνος που συμβαίνουν τα πράγματα (ας το ονοματίσω «τώρα») και ο χωροχρόνος που εγώ κινούμαι όχι απλά να μη συγκλίνουν, αλλά να μοιάζουν σαν δύο διαφορετικές ζωές δύο διαφορετικών ανθρώπων, που δεν συναντήθηκαν ποτέ κι αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, ακόμη – ακόμη.
Στις φάσεις αυτές που αφορούν στον χρόνο, υπάρχω κι εγώ. Που πάντα η ζωή με πάει εκεί όπου θέλει εκείνη, εκεί όπου θα συναντήσω κάτι ή κάποιον από το γραμμένο μου, τον άγνωστο και αστάθμητο αυτό παράγοντα. Βρήκα τη δουλειά που πάντα ονειρευόμουν να βρω. Τη δουλειά που ήταν ο λόγος να σπουδάσω αυτό που σπούδασα. Τη δουλειά που θα μπορούσα να απασχολούμαι 24 ώρες το 24ωρο αδιαμαρτύρητα, γιατί πολύ απλά με γεμίζει, γεννήθηκα γι’αυτήν. Μοναδική προϋπόθεση, να μετοικήσω σε νησί για σεζόν, για επτά μήνες, μέχρι τέλη Οκτώβρη. Δύσκολο συναισθηματικά. Αφήνω πίσω γονείς, σύντροφο, φίλους, το σπίτι μου, όλα όσα αγαπάω και είμαι δεμένη μαζί τους. Αφήνω. Αφήνω; Έγινε το κλικ μέσα στο κεφάλι μου. Ναι, αφήνω. Για να μπορέσω να χτίσω πάνω σε όσα κόπιασα τόσα χρόνια σπουδάζοντας. Για να μην ξανακούσω ποτέ τη φράση «Με τέσσερις σελίδες βιογραφικό και τόσα πτυχία, τι να σας κάνουμε; Θέλουμε λιγότερα προσόντα» και να μην ξαναπάθω απανωτά εγκεφαλικά.
Τα μάζεψα κι έφυγα. Σε 2 μέρες έγιναν όλα. Ενημέρωσα μόνο όσους αγαπάω πολύ και όσους πίστευα πως αξίζει να ενημερώσω. Υπήρχαν και κάποιοι που «έπρεπε» να ενημερώσω και απλά το έκανα. Όσοι με αγαπάνε έτσι όπως θέλω να αγαπιέμαι, πέταξαν από τη χαρά τους, στεναχωρήθηκαν όμως που θα είμαστε μακριά αυτούς τους μήνες. Εκείνος… εκείνος απλά θυμωμένος. Πάλι. Γιατί είναι η δεύτερη φορά που η σχέση αυτή προσπαθεί να αντεπεξέλθει με τον παράγοντα απόσταση. Πάλι από φευγιό δικό μου. Την πρώτη για σπουδές και τώρα για δουλειά. «Είναι άλλο να ταξιδεύεις όπως εγώ για τη δουλειά πού και πού και να λείπεις 2-3 μέρες, κι άλλο να παγώνεις τα πάντα φεύγοντας για 6 μήνες». Ακούω τα παράπονα σιωπηλή. Λες και δεν ξέρει ότι εκείνος που παίρνει την απόφαση πονάει πιο πολύ. Σαν να διαβάζει τη σκέψη μου, μού απαντά «Λες και δεν ξέρεις ότι εκείνος που μένει, υπομένει και περιμένει, αγαπάει πιο πολύ». «Σαν Ζυγός που είσαι, ζυγίζεις ακόμη και την αγάπη, που ξέρεις πως δεν έχει μέτρο», του απαντώ θυμωμένη.
Φτάνω στο νησί. Ταλαιπωρούμαι επί δύο εβδομάδες με διάφορες αντιξοότητες, πρακτικού και θεωρητικού χαρακτήρα. Καταφέρνω ωστόσο ένα πράγμα: να πέφτω κατάκοπη αργά κάθε βράδυ για ύπνο. Χωρίς σκέψεις, χωρίς τίποτα. Άδεια. Μα τόσο γεμάτη!
Ψάχνουμε σπίτι να ενοικιάσω στην πρωτεύουσα του νησιού. Μετά από πολλά ραντεβού και πολλά διαμερίσματα, το αφήνω εν λευκώ στους συνεργάτες μου να μου βρουν ένα, αρκεί να είναι κοντά στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, και να είναι αξιοπρεπές. Και δες, ένα σπιτάκι ούτε μικρό ούτε μεγάλο, με θέα το λιμάνι βρέθηκε, με σιδερένια καγκελωτή εξώπορτα (πορτόνι το λέμε στην Κέρκυρα) και γραμματοκιβώτιο θαρρείς άλλης εποχής, και λουλούδια παντού, και γέμισε η καρδιά μου χαρά. Στο σπίτι μένω ένα ή δύο βράδια την εβδομάδα, το πολύ. Γυρνάω συνέχεια όλο το νησί λόγω δουλειάς, και κάθε βράδυ είμαι και σε διαφορετικό ξενοδοχείο. Το σπίτι, όμως, είναι το σημείο εκκίνησης κι επιστροφής. Έτσι το βλέπω, ως ένα σημείο αναφοράς. Σαν ένα σταθερό άξονα. Απέναντί του βρίσκεται και μια εκκλησιά, μεγάλη και όμορφη, εκεί όπου πέρασα τη νύχτα της Ανάστασης, από νωρίς το βράδυ ως τα ξημερώματα. Μοίραζαν κι αυγά, τσουρέκι. Χαζά πράγματα για τους πολλούς, απλά και όμορφα για μένα.
Κι είναι καλοκαίρι εδώ σ’ετούτον τον τόπο, από την ώρα που πάτησα το πόδι μου. Η μεγαλύτερη ομορφιά που βλέπω κάθε μέρα, είναι μια συγκεκριμένη παραλία, που όπως περνάω με το αυτοκίνητο και την χαζεύω, αφαιρούμαι. Την ώρα που πέφτει ο ήλιος στα νερά της, βλέπεις διαμάντια μαζεμένα, γαλαζοδιάφανα στολίδια παιχνιδιάρικα ανεκτίμητης αξίας, και νιώθω τυχερή που ζω και βλέπω τόση ομορφιά ξανά και ξανά. Κι είναι ευλογία να ζω και ν’αναπνέω αυτόν τον τόπο που τόσο αγαπώ, και είναι οι μισές μου ρίζες από εδώ. Όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο δικό μου τον νιώθω τούτο τον τόπο, αγαπώ τα πάντα του και δένομαι. Αυτό δεν έκανα πάντα; Δενόμουν με ό,τι ερχόμουν σε επαφή. Το πλήρωνα πάντα, και θα το πληρώνω αυτό…
Κι είναι και μια Παρασκευή… κι είναι ένα ξημέρωμα Σαββάτου… κι είναι και ένας τριψήφιος αριθμός: 329. Μια ανάσα ύπαρξης δίπλα σε ένα ολοστρόγγυλο παραθυράκι, ομοίωμα φινιστρινιού πλοίου, με θέα ένα μαύρο, βελούδινο ουρανό κεντημένο μ’αστέρια… εγώ να τα ψάχνω, εσύ να τα βλέπεις, και να μου λες «να τα» και να πιάνεις το δάχτυλο μου και ν’ακουμπάς νοερά τον ουρανό. Η μουσική να ταξιδεύει το μυαλό κι εγώ να το χάνω. Η μοναδική ανάσα ύπαρξης εδώ και καιρό. Έρωτας. Πάθος. Χάσιμο. Υπενθύμιση: Η ευτυχία είναι μια στιγμή. Τυχαία. Συμβαίνει όποτε το αποφασίσει εκείνη, κι όποτε εσύ δεν το περιμένεις… Και συμβαίνει για να σε κάνει, στο μεσοδιάστημα της ανυπαρξίας της, να ονειρεύεσαι και να ελπίζεις να ξανασυμβεί. Σαν τα πυροτεχνήματα που έβλεπα χθες βράδυ και δάκρυσα χωρίς να ξέρω το γιατί. Ή μάλλον ήξερα. Κάποιοι γιόρταζαν τη στιγμή της κοινής τους ευτυχίας. Τη γιόρταζαν φανερά, να τη δουν κι άλλοι άνθρωποι στον εβένινο ουρανό και να ονειρευτούν κι εκείνοι μαζί τους, για κάτι δικό τους… Τότε εγώ τι κάνω και κυνηγάω την ευτυχία, θέλοντας να την κατακτήσω σε μόνιμο επίπεδο; Είναι αυτά που προσπαθώ χρόνια να διαλευκάνω, είναι όλα όσα δεν μπορώ ποτέ να εξηγήσω με λόγια στον έρωτα, και τελικά παραμένω μια γυναίκα σιωπηλή και απρόσιτη. Είναι όλα αυτά που εκείνος ξέρει…
Κι είναι και μια άλλη Παρασκευή… κι είναι ένα ξημέρωμα Σαββάτου… κι είναι και ένας μονοψήφιος αριθμός: 2. Εκεί όπου με στριμώχνεις σε μία γωνία λεκτικά και δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι εκεί που όλο σ’αφήνω να μ’αφήσεις. Κι εσύ δεν το κάνεις. Κι εγώ δεν ξέρω αν θέλω να το κάνεις, ή αν θέλω πάντα να με κρατάς. Μοναδικό μου επιχείρημα, ο χρόνος. Κι εσύ γελάς, και λες πως ο χρόνος για μας τ’αυξάνει όλα, δεν τα φθίνει. Και ξαφνικά σοβαρεύεις. Η απόσταση. Και αρχίζεις σαν ποταμός τα παράπονα και τον θυμό σου. Εκεί σωπαίνω, εκεί επαναλαμβάνω δικαιολογίες και κλείνομαι στον εαυτό μου, αυτό που πάντα μισούσες και δεν μπορώ ν’αλλάξω.
Εκεί πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά. Ξυπνάω στις έξι, ξεκινάω δουλειά στις επτά, τελειώνω στις δώδεκα, κοιμάμαι στη μία για να ξυπνήσω ξανά στις έξι. Δεν νιώθω το κορμί μου από την κούραση. Δεν σκέφτομαι γιατί έχω εξαντληθεί. Σ’αυτή την κατάσταση, βρίσκω ηρεμία σε μένα την ίδια. Δεν προλαβαίνω να απαντήσω σε προσωπικά τηλεφωνήματα, ούτε να κάνω, ούτε μηνύματα, ούτε τίποτα. Μόνο δουλειά. Μόνο ανάγκη να προσφέρω και να γεμίσω από όλο αυτό το απροσδιόριστο μέσα μου. Για όλα όσα δεν μπορώ να φέρω στα μέτρα που επιθυμώ σε προσωπικό επίπεδο, το καταφέρνω σε επαγγελματικό. Νιώθω δύναμη που γεμίζει τα συναισθηματικά μου κενά, και πέφτω σε ύπνο χωρίς όνειρα και χωρίς σκέψη. «Ποιές μέρες θέλεις ρεπό;», με ρώτησαν. Μόνο που δεν έβαλα τα γέλια. Τι να το κάνω το ρεπό; Για να σκέφτομαι; Όχι, ευχαριστώ. Δεν θα πάρω. Έτσι, από τη μέρα που ήρθα στο νησί, έχω πάρει ρεπό μόνο μία μέρα, κι έχω δουλέψει 30 μέρες συνεχόμενα.
Η μόνη δυσκολία είναι κάποια δευτερόλεπτα πριν το ταξίδι μαζί με τον Μορφέα, εκεί όπου οι ανάγκες κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε βαθμό πνιγμού. Εκεί πονάω. Μόνο τότε. Είναι η τυραννία των δευτερολέπτων… Όλα δικά μου, μα όλα ξένα…
[to be continued…]