30.

•Μαΐου 22, 2009 • 6 σχόλια

perfect rose

05.05.1979

05.05.2009

Πώς πέρασαν τριάντα χρόνια; Πάντα τη φοβόμουν αυτή τη στιγμή. Πάντα τη φοβόμουν αλλά εκ του ασφαλούς, πιστεύοντας πώς είναι τόσο μακριά. Κι όμως ήρθε. Κι όπως και πέρυσι, έτσι και φέτος, πέρασα τα γενέθλιά μου μακριά από το σπίτι μου και απ’οσους αγαπώ, λόγω δουλειάς. Πάντα προηγείται η δουλειά και έπομαι εγώ, οι ανάγκες μου, τα σημαντικά, όσα αγαπάω. Πίστευα πως θα είχα καταφέρει κλείνοντας τα τριάντα να έχω αντιστρέψει τους ρόλους και τις προτεραιότητες. Είναι κάτι σαν το “Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει”. Όπερ εστιν μεθερμηνευόμενον, μη εφικτό. Η ευσυνειδησία και το να θέλεις να είναι όλοι ευχαριστημένοι ώστε να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για συγκλονιστικές αλλαγές.

Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι πάνω μου με το άγγιγμα της τρίτης δεκαετίας. Μέσα μου σίγουρα πολλά. Εξωτερικά μερικές λευκές τρίχες στα μαλλιά μου, που μου αρέσουν πολύ. Τις παρατηρώ στον καθρέπτη. Δεν είναι ορατές από τρίτους, με το απλό γυμνό μάτι. Δεν είναι καν λευκές. Είναι ασημένιες και τις λατρεύω. Μόλις τις εντόπισα, χώθηκα σαν παιδί στην αγκαλιά της μάνας μου και άρχισα να αυτοσαρκάζομαι. “Μαμά, γέρασα, έχω ασημένια μαλλιά. Του χρόνου μπορεί να βγω πρώτη, να βγάλω χρυσά, ή να βγω τρίτη και να βγάλω χάλκινα”. Η μάνα μου γελάει και μού λέει πόσο όμορφη είμαι. “Όσων ασπρίζουν τα μαλλιά παύουν να είναι νέοι και όμορφοι, μαμά”. Κι εκείνη θυμώνει και μού λέει πως η ομορφιά γεννιέται και πεθαίνει μέσα μας. Πως αν υπάρχει, κάνει και το εξωτερικό όμορφο και να ακτινοβολεί. “Δες τον πατέρα σου”, μου λέει. “Άσπρισαν τελείως τα μαλλιά του και είναι όμορφος σαν νεαρούδι”. Τον κοιτάζω. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως άσπρισαν τελείως τα μαλλιά του. Μεγαλώνει κι εκείνος όπως εγώ. Αυθόρμητα, τον αγκαλιάζω και του χαιδεύω τα μαλλιά. Είναι απαλά και όμορφα, σαν την ψυχή του και την καλοσύνη που ξεχειλίζει από το χαμόγελό του μέχρι τα αστεία του. Προσπαθώ να συγκρατήσω ένα δάκρυ. Δεν θέλω να ξαναμπώ στις σκέψεις του Ιανουαρίου και στην αμφιβολία. Θέλω να είναι για πάντα κοντά μου. Είμαι άπληστη και ιδιοτελής όσον αφορά σε όσους αγαπάω.

Τριάντα χρόνια κι ακόμα δεν έμαθα να ελέγχω τα συναισθήματά μου. Όλα στο κόκκινο. Θυμός, αγάπη, έρωτας, συγκίνηση. Όλα στο μέγιστο. Για μένα δεν υπήρχε ποτέ λίγο ούτε μέσον. Γι’αυτό υπέφερα. Κι αυτό θα το πληρώνω γιατί δεν μπορώ να αλλάξω.

Τριάντα χρόνια και μετά από την τελευταία πολύμηνη περίδο όπου έψαχνα απαντήσεις και έμεινα κλεισμένη στον εαυτό μου, αφήνοντας ελάχιστα άτομα κοντά μου που να ξέρουν τί σκέφτομαι και τί νιώθω, αισθάνομαι τόσο καλά, όσο δεν περίμενα ποτέ.

Τριάντα χρόνια και νιώθω πως η ζωή μου τώρα ξεκινάει, γεμάτη προοπτικές, μυστήριο, περιπέτεια, και κάτι μεγάλο που πρόκειται να συμβεί. Δεν ξέρω τί είναι αυτό, αλλά το νιώθω, και το έντικτό μου δεν με ξεγέλασε ποτέ.

Χρόνια μου πολλά!

Υ.Γ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ και ένα φιλί στην Αθανασία μας εδώ http://mikriahtida.wordpress.com που πάντα τα λόγια της συντονίζονται με τα δικά μου και η ψυχή της βρίσκεται στην ίδια συχνότητα με τη δική μου..

Αλλιώς.

•Απριλίου 21, 2009 • 9 σχόλια

alone by Michal Mierzejewski

Οι αλλαγές στη ζωή μου την τελευταία πενταετία θα μπορούσαν σίγουρα να αποτελέσουν ένα ωραιότατο σενάριο για τη μεγάλη οθόνη. Εναλλαγές προσώπων, κατοικιών, εργασιών, καταστάσεων, ψυχολογίας. Τίποτα δεν έμεινε σταθερό.

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως ποτέ δεν θα πουλούσα το σπίτι που μεγάλωσα, κι ας μην ήταν καθόλου πρακτικό για μένα, για τις αποστάσεις της δουλειάς μου και των αγαπημένων μου. Το πούλησα τελικά χωρίς δεύτερη σκέψη.

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως οι παιδικοί μου φίλοι θα είναι πάντα η οικογένειά μου, πάντα στο προσκήνιο της ζωής μου, γιατί έτσι τούς ένιωθα. Τόσο τους αγάπησα. Έκλεισα την πόρτα της ψυχής μου μετά από πολλαπλές τρικλοποδιές. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Με πολύ πόνο που τώρα έχει αρχίζει να καταλαγιάζει. Μόνο που έπαψα να πιστεύω στη φιλία. Τρεις φωτεινές εξαιρέσεις παρέμειναν. Ίδωμεν…

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως η σχέση μου θα κρατήσει για πάντα. Ονειρευόμουν το πάντα και απέκλεια το τέλος. Πίστεψα στον άνθρωπο (?) που επέλεξα να είναι στο πλευρό μου. Είχα μέσα στην καρδιά και το μυαλό μου σκηνές, σαν φω τογραφικά στιγμιότυπα. Μιά αγκαλιά γεμάτη παιδιά, και τριγύρω μου άλλα τόσα να τρέχουν και να ζουζουνίζουν τον τόπο. Τις τέλειωσα. Και τις δύο τελευταίες μου σχέσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Η πρότελευταία, εξιδανικευμένη μέχρι το άπειρο, αρχίζει πιά, 10 χρόνια μετά τους κύκλους που διέγραφε στη ζωή μου, να απομυθοποιείται στο κεφάλι μου και να παίρνει τις κανονικές της διαστάσεις. Η τελευταία, κούφια από την αρχή μέχρι το τέλος της, ένεκα επιλογής κούφιου παρτενέρ, πλέει σε πελάγη κενότητας. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν ένα κακό όνειρο. Κάπου. Κάποτε. Τόσο μακρινά.

Θυμάμαι παλιά πόσο λαχταρούσα να πηγαίνω στη δουλειά μου. Πόσο πίστευα στην ανιδιοτέλεια και τις καλές προθέσεις των συνανθρώπων και συναδέλφων. Πήρε νομίζω γύρω στις είκοσι πισώπλατες μαχαιριές για να αυτοχαστουκιστώ και να βγω από τη νιρβάνα μου.

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως οι δύο σημαντικότεροι άνθρωποι στη ζωή μου θα ήταν πάντα νέοι, ακούραστοι, γεροί. Πτώση. Το συννεφάκι δεν άντεξε τόση αισιοδοξία και τόση παιδικότητα από πλευράς μου, και έσκασε. Ναι. Έκανε ένα παφ! και βρέθηκα γκρεμισμένη στην πίσω πλευρά ενός νοσοκομείου, να κλαίω και να παρακαλάω να γίνει ένα θαύμα. Τούς κοιτάζω. Είναι σαν αυτό που μού έλεγαν πάντα: “Ο γονιός το παιδί του πάντα μωρό το βλέπει”. Και το παιδί τον γονιό του πάντα νέο και υγιή, να σηκώνει τον κόσμο στην πλάτη του, να συμπληρώσω. Θυμάμαι και το “Κάνε το καλό και ρίξ’το στον γιαλό”. Αυτό δεν με οδήγησε πουθενά. Πλέον το εφαρμόζω μόνο σε παντελώς άγνωστους που έχουν ανάγκη αγάπης και στοργής. Ποτέ πιά και ποτέ ξανά σε γνωστούς. Είναι σαν την ιστορία με τα καρφιά. Ακόμη και να καταφέρεις να τα αφαιρέσεις εντελώς, εκείνα έχουν ήδη αφήσει το σημάδι τους, την πληγή, να υπενθυμίζει πως κάποτε είχαν χωθεί εκεί, βαθιά. Και πόνεσαν.

Δεν θέλω να θυμάμαι νομίζω. Ούτε να ορκιστώ ξανά. Δεν θέλω και δεν είμαι πιά ούτε τυπική, ούτε θύμα, ούτε χαλί να με πατήσεις, ούτε επιεικής. Δίνω μιά και τα σβήνω όλα μονοκοντηλιά. Και αγάπες, και έρωτες, και φιλίες, και δουλειές, και σπίτια, όλα. Όλα. ΟΛΑ. Ο-Λ-Α.

Θέλω να πιστέψω πως κάτι αλλάζει. Μόνο αυτό θέλω.

ΥΓ. Θα διαβάσεις και δεν θα πιστεύεις πως διαβάζεις εμένα. Νόμιζες πως πάντα θα ήμουν υποχωρητική και θύμα. Πως θα υπέκυπτα πάντα σε όσα αγαπάω. Πόσο λάθος είσαι όμως! Γι’αυτό μην παρερμηνεύεις τη σιωπή μου. Δεν είναι αδυναμία. Είναι παγερή αδιαφορία. Ένα κλικ περίμενα μέσα μου μέσα στην τελευταία πενταετία. Κι έγινε.

Αφιερώνεται σε όλους όσους πίστεψαν πως η κενότητα και η ανυπόστατη υπεροψία τους θα επιβάλλονταν της καλοσύνης, της ταπεινότητας και της αγάπης.

Κλειδί.

•Απριλίου 7, 2009 • 2 σχόλια

falling_in_loneliness1

Ξέρεις, το κάθε πράγμα σε τούτη τη ζωή, έχει δύο όψεις.

Το κλειδί, για παράδειγμα. Ενίοτε κλειδώνει. Άλλες, πάλι, φορές, ξεκλειδώνει.

Αναρωτιέμαι για πόσο ακόμα θα πρέπει να εξηγώ, και να μην γίνομαι κατανοητή.

Λέω ν’αλλάξω συχνότητα, γιατί κάνει παρεμβολές, και ενοχλούμαι.

Ή μάλλον όχι. Δεν ενοχλούμαι. Κουράζω τον πολύτιμο εγκέφαλό μου. Και την ψυχή μου επίσης.

Να συνέλθουμε λίγο.

Υ.Γ. Ξέρεις εσύ.

Αναπνοή.

•Φεβρουαρίου 26, 2009 • 1 σχόλιο

 

us

Για τον τρόπο που γίνεσαι αέρας μου,

Γιατί όλα όσα θέλησα είσαι εσύ.

Γιατί όσα έχω ζήσει έχουν άξονα εσένα.

Σε κοιτώ που κοιμάσαι. Αναπνοή.

Καληνύχτα, αγάπη μου…

Ελπίδα.

•Ιανουαρίου 29, 2009 • 11 σχόλια

flower1

Αλλαγή εποχής. Έτους. Συνηθειών. Ανθρώπων. Σπιτιού. Μαζί με τα ρούχα σε κάθε αλλαγή εποχής, φυλάσσω και κάποια από τα συναισθήματά μου. Κάπου στην αρχή του χειμώνα φύλαξα τον ενθουσιασμό, τη ζεστασιά, την επιμονή, την ελπίδα. Κράτησα την υπομονή και την καρτερία, και την αγάπη για πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα.

Άλλαζε ο χρόνος και με βρήκε μόλις να έχω γυρίσει από τη δουλειά. Με μηδενική ελπίδα, με μηδενική πίστη, με ανύπαρκτα όνειρα. Με τηλεφωνήματα και μηνύματα που δεν ήθελα να δεχθώ, αλλά δέχθηκα. Με τηλεφωνήματα και μηνύματα που δεν ήθελα να στείλω, αλλά έστειλα. Κάπου εκεί έπιανα τον εαυτό μου να κοιτά απορημένος όχι μόνο τα εισερχόμενα, αλλά και τα εξερχόμενα. Ευχές που έρχονταν απλά για να έρθουν. Ευχή που έδινα από την καρδιά μου. Υγεία. Όλα τα υπόλοιπα τα διάβαζα και απορούσα κατά πόσον κατέχω την Ελληνική, και κατά πόσο αυτοί που τα έγραφαν είχαν μπει στην πρίζα, σαν τα φωτάκια του δέντρου, και έγραφαν τέτοια πράγματα. Καμία ουσία. Η Αθήνα να καίγεται, ένα κράτος να διαλύεται, οι διαπροσωπικές μας σχέσεις να περνούν δια πυρός και σιδήρου και οι ελαφρότεροι απλά να αδιαφορούν και να ψυχανεμίζονται μέσα σ’ένα κλίμα γιορτινό, κι εγώ να διαβάζω κλεμμένα στιχάκια πολλαπλής αναπαραγωγής και αντιγραφής και να κουνάω το κεφάλι μου, περισσότερο για να πιστέψω τα όσα γίνονται τριγύρω μου, παρά για να βεβαιωθώ ότι εξακολουθώ να κάνω τη συγκεκριμένη κίνηση.

Νέο έτος. Χιονοστοιβάδα γεγονότων. Μάλλον έδωσα τόσο εγκάρδια τις ευχές για υγεία στους γύρω μου, που στέρεψαν στο δικό μου σπίτι. Δύο χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Δύο χαστούκια στο πρόσωπο τόσο δυνατά, που πόνεσε η καρδιά κι όχι τα μάγουλα. Έμαθα για πρώτη φορά στη ζωή μου τί σημαίνει ζητάω χάρη. Το έκανα. Με έμαθαν πάντα να δίνω και ποτέ να μη ζητάω. Λάθος. Ήξερα από που να ζητήσω και ποιοί θα στέκονταν άνθρωποι στη δύσκολη στιγμή μου. Ήξερα και από πού να μη ζητήσω για να μην ακούσω αμπελοφιλοσοφίες και να μην έχω περαιτέρω φόρτο ανούσιων τηλεφωνημάτων. Έκανα τον απολογισμό μου και έβγαλα τα συμπεράσματά μου.

Έμαθα και κάτι πολύ σπουδαίο. Ότι ακόμη κι όταν έχεις βάλει την ελπίδα στη ναφθαλίνη, μόνο εκείνη μένει δίπλα σου όταν όλα μοιάζουν να γκρεμίζονται. Εκείνη είναι που γεννά ξανά την αγάπη και τη ζεστασιά μέσα σου, ενώ επί χρόνια έψαχνες τρόπο να ξεπαγώσεις το μέσα σου. Και μαζί μ’εκείνη, η πίστη στον Θεό, είναι που από τις στάχτες γεννούν δύο θαύματα, που μόνο ως τέτοια μπορείς να τα αντιμετωπίσεις.

Ελπίδα. Για μένα. Για σένα. Για όλους. Μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο. Μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο.

Έπεσα. Πόνεσα. Τί σημασία έχει; Ξανασηκώνομαι. Τινάζομαι. Προχωράω μπροστά. Με όπλα την ελπίδα και την πίστη. Κι όμως, έχει λιακάδα!

Όχι καλή χρονιά. Καλύτερη ζωή. Πιό ανθρώπινη. Εμπέδωσέ το. Καλή Χρονιά δεν θα ξανακούσεις από μένα. Ούτε Χρόνια Πολλά. Χρόνια Καλά. Μόνο. Για όσο θέλει Εκείνος.

Το κείμενο αφιερώνεται στον Α. και την Γ., που είναι κομμάτια μου.

Μπλέ.

•Μαΐου 25, 2008 • 23 σχόλια

Είναι η φωνή σου τις ώρες που παίρνει την ηχώ του μπλέ. Το χρώμα της ζωής μας.

Είναι τα όνειρά μου που παίρνουν τη μορφή του γέλιου σου. Ο ήχος της ζωής μας.

Είναι το μπλέ της θάλασσας, το μπλέ του ουρανού, που είναι εσύ κι εγώ. Το παζλ της ζωής μας.

Είναι οι ώρες θαλασσιές, καραβάκι η λαχτάρα μου, γαλάζια η ελπίδα, μπουνάτσα το καρδιοχτύπι.

Είναι που ξεκλείδωσα και σ’άφησα να ξεκλειδώσεις κι εσύ. Είναι το ρίσκο που φοβόμουνα να πάρω, και συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να ζω χωρίς το μπλέ σου, θαρρείς κορμί χωρίς πνοή, καρδιά χωρίς τον χτύπο, ψυχή χωρίς λεπτή, χρυσή κλωστή.

Είναι που μού λείπεις, και μπόρεσα να βάλω την απουσία σου σε μέτρο. Είναι η ανάσα σου που πιά μού δείχνει πόσο με θες, και η σιωπή σου ακόμη, μάρτυρας πως αντέχεις για ν’αντέξω κι εγώ.

Είναι η θάλασσα εκείνη που σ’αγκάλιασε, και μένω να την κοιτώ για ώρες, να σε χαζεύω και να μην πονάω που είσαι μακριά μου. Είναι ο ήλιος, που καίει με όλη του τη δύναμη, και κάθομαι με τις ώρες. Έτσι νιώθω σαν να είμαι μέσα στην αγκαλιά σου.

Είναι που είναι τόσα αυτά που θέλω να σου πω, κι ακόμα τόσα αυτά που θέλεις να μου πεις, που μετρώ τις μέρες στο κελί της απουσίας σου. Είναι που όσο μακριά κι αν είσαι, έχεις τον τρόπο να είσαι εδώ, μέσα μου και να κυκλοφορείς, αίμα μου, ανάσα μου, καρδιά μου.

Είναι που προσπαθώ τις μέρες να τις ζω όσο πιό έντονα μπορώ, κι είναι που προσπαθώ τα βράδια να σου μεταφέρω όσα περισσότερα μπορώ, μέχρι να’ρθεις κοντά μου να ζήσουμε τα πάντα μαζί, ξανά και ξανά, νέα και παλιά, παλιά και νέα.

Είναι που κολυμπάω στο Μπλέ, και χάνεται η βαρύτητα κι οι νόμοι, και μπορώ να επιπλέω. Πιά.

Είναι ο κόμπος στο λαιμό αυτό που μένω να σου κρύβω, για να μην σταματήσω ν’ακούω το γέλιο σου, κι ας πονάω πιό πολύ που δεν μπορώ να μοιραστώ τον πόνο. Αρκούμαι να κλέβω τη λαχτάρα, να την νανουρίζω και να ξυπνά αγάπη.

Είναι που όσα κι αν σου γράφω, δεν θα μπορέσω να αποδώσω όσα νιώθω. Είναι που μένω να μετρώ τις ώρες μέχρι να’ρθεις κοντά μου, να γίνεις κόσμος μου, αέρας κι ουρανός μου, αστέρι και φεγγάρι μου, ήλιος και θάλασσά μου. Είναι τότε που θα με κλείσεις στην αγκαλιά σου, που θα μ’αγγίζεις και θ’ανασαίνεις την ανάσα μου κι εγώ τη δική σου θα εκπνέω, που θα μπορέσω μιά στιγμή να αφεθώ, σαν ακυβέρνητο καράβι στη φουρτούνα σου.

Είναι που καλοκαίριασε, κι αφήνομαι στις καλησπέρες της ευτυχίας που θα βρω στις αποσκευές σου.

Είναι που είσαι το Μπλέ μου, κι εγώ το Μπλέ σου, θάλασσα κι ουρανός, κι είναι που ξαναβρήκαμε όλες τις αποχρώσεις του. Τέσσερα γράμματα το χρώμα μας, πέντε γράμματα η ζωή μου, Εσύ.

Είναι που πιά δεν εύχομαι το Πάντα. Είναι που πιά αγάπησα το Όσο, και κλείδωσα σε σένα τα όνειρά μου. Είναι τώρα που μπορώ να Ζω.

Κι είναι που οι μέρες μακριά σου βραδιάζουν νύχτες νοσταλγίας…

Everloving.

•Μαΐου 18, 2008 • 3 σχόλια

Μύρισε καλοκαίρι…

Σε περιμένω. Να σε μυρίσω. Μόνο τότε θα καλοκαιριάσει μέσα μου…

 

Νέα ρότα.

•Μαΐου 11, 2008 • 3 σχόλια

Ποτέ δεν κατάφερα να βρω τον τρόπο να αποτυπώνω τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου στο βαθμό που θα ήθελα.

Πάντα κάτι έλειπε, κι αυτό το κάτι λέω να το ονοματίσω «χρόνο».

 

Πολυδιάστατη έννοια.

Άλλοτε δεν έχω τον χρόνο να καταγράψω όσα θέλω τη στιγμή που τα νιώθω.

 

 

Άλλοτε συμβαίνει να θέλω να το κάνω μεταχρονολογημένα, και τότε να συνειδητοποιώ πως δεν έχει πια σημασία να το κάνω, αφού πέρασαν και συμβαίνουν άλλα. Κι άλλοτε πάλι, να μη θέλω απλά να γράψω, γιατί ο πραγματικός χρόνος που συμβαίνουν τα πράγματα (ας το ονοματίσω «τώρα») και ο χωροχρόνος που εγώ κινούμαι όχι απλά να μη συγκλίνουν, αλλά να μοιάζουν σαν δύο διαφορετικές ζωές δύο διαφορετικών ανθρώπων, που δεν συναντήθηκαν ποτέ κι αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, ακόμη – ακόμη.

 

Στις φάσεις αυτές που αφορούν στον χρόνο, υπάρχω κι εγώ. Που πάντα η ζωή με πάει εκεί όπου θέλει εκείνη, εκεί όπου θα συναντήσω κάτι ή κάποιον από το γραμμένο μου, τον άγνωστο και αστάθμητο αυτό παράγοντα. Βρήκα τη δουλειά που πάντα ονειρευόμουν να βρω. Τη δουλειά που ήταν ο λόγος να σπουδάσω αυτό που σπούδασα. Τη δουλειά που θα μπορούσα να απασχολούμαι 24 ώρες το 24ωρο αδιαμαρτύρητα, γιατί πολύ απλά με γεμίζει, γεννήθηκα γι’αυτήν. Μοναδική προϋπόθεση, να μετοικήσω σε νησί για σεζόν, για επτά μήνες, μέχρι τέλη Οκτώβρη. Δύσκολο συναισθηματικά. Αφήνω πίσω γονείς, σύντροφο, φίλους, το σπίτι μου, όλα όσα αγαπάω και είμαι δεμένη μαζί τους. Αφήνω. Αφήνω; Έγινε το κλικ μέσα στο κεφάλι μου. Ναι, αφήνω. Για να μπορέσω να χτίσω πάνω σε όσα κόπιασα τόσα χρόνια σπουδάζοντας. Για να μην ξανακούσω ποτέ τη φράση «Με τέσσερις σελίδες βιογραφικό και τόσα πτυχία, τι να σας κάνουμε; Θέλουμε λιγότερα προσόντα» και να μην ξαναπάθω απανωτά εγκεφαλικά.

 

Τα μάζεψα κι έφυγα. Σε 2 μέρες έγιναν όλα. Ενημέρωσα μόνο όσους αγαπάω πολύ και όσους πίστευα πως αξίζει να ενημερώσω. Υπήρχαν και κάποιοι που «έπρεπε» να ενημερώσω και απλά το έκανα. Όσοι με αγαπάνε έτσι όπως θέλω να αγαπιέμαι, πέταξαν από τη χαρά τους, στεναχωρήθηκαν όμως που θα είμαστε μακριά αυτούς τους μήνες. Εκείνος… εκείνος απλά θυμωμένος. Πάλι. Γιατί είναι η δεύτερη φορά που η σχέση αυτή προσπαθεί να αντεπεξέλθει με τον παράγοντα απόσταση. Πάλι από φευγιό δικό μου. Την πρώτη για σπουδές και τώρα για δουλειά. «Είναι άλλο να ταξιδεύεις όπως εγώ για τη δουλειά πού και πού και να λείπεις 2-3 μέρες, κι άλλο να παγώνεις τα πάντα φεύγοντας για 6 μήνες». Ακούω τα παράπονα σιωπηλή. Λες και δεν ξέρει ότι εκείνος που παίρνει την απόφαση πονάει πιο πολύ. Σαν να διαβάζει τη σκέψη μου, μού απαντά «Λες και δεν ξέρεις ότι εκείνος που μένει, υπομένει και περιμένει, αγαπάει πιο πολύ». «Σαν Ζυγός που είσαι, ζυγίζεις ακόμη και την αγάπη, που ξέρεις πως δεν έχει μέτρο», του απαντώ θυμωμένη.

 

Φτάνω στο νησί. Ταλαιπωρούμαι επί δύο εβδομάδες με διάφορες αντιξοότητες, πρακτικού και θεωρητικού χαρακτήρα. Καταφέρνω ωστόσο ένα πράγμα: να πέφτω κατάκοπη αργά κάθε βράδυ για ύπνο. Χωρίς σκέψεις, χωρίς τίποτα. Άδεια. Μα τόσο γεμάτη!

 

Ψάχνουμε σπίτι να ενοικιάσω στην πρωτεύουσα του νησιού. Μετά από πολλά ραντεβού και πολλά διαμερίσματα, το αφήνω εν λευκώ στους συνεργάτες μου να μου βρουν ένα, αρκεί να είναι κοντά στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, και να είναι αξιοπρεπές. Και δες, ένα σπιτάκι ούτε μικρό ούτε μεγάλο, με θέα το λιμάνι βρέθηκε, με σιδερένια καγκελωτή εξώπορτα (πορτόνι το λέμε στην Κέρκυρα) και γραμματοκιβώτιο θαρρείς άλλης εποχής, και λουλούδια παντού, και γέμισε η καρδιά μου χαρά. Στο σπίτι μένω ένα ή δύο βράδια την εβδομάδα, το πολύ. Γυρνάω συνέχεια όλο το νησί λόγω δουλειάς, και κάθε βράδυ είμαι και σε διαφορετικό ξενοδοχείο. Το σπίτι, όμως, είναι το σημείο εκκίνησης κι επιστροφής. Έτσι το βλέπω, ως ένα σημείο αναφοράς. Σαν ένα σταθερό άξονα. Απέναντί του βρίσκεται και μια εκκλησιά, μεγάλη και όμορφη, εκεί όπου πέρασα τη νύχτα της Ανάστασης, από νωρίς το βράδυ ως τα ξημερώματα. Μοίραζαν κι αυγά, τσουρέκι. Χαζά πράγματα για τους πολλούς, απλά και όμορφα για μένα.

 

Κι είναι καλοκαίρι εδώ σ’ετούτον τον τόπο, από την ώρα που πάτησα το πόδι μου. Η μεγαλύτερη ομορφιά που βλέπω κάθε μέρα, είναι μια συγκεκριμένη παραλία, που όπως περνάω με το αυτοκίνητο και την χαζεύω, αφαιρούμαι. Την ώρα που πέφτει ο ήλιος στα νερά της, βλέπεις διαμάντια μαζεμένα, γαλαζοδιάφανα στολίδια παιχνιδιάρικα ανεκτίμητης αξίας, και νιώθω τυχερή που ζω και βλέπω τόση ομορφιά ξανά και ξανά. Κι είναι ευλογία να ζω και ν’αναπνέω αυτόν τον τόπο που τόσο αγαπώ, και είναι οι μισές μου ρίζες από εδώ. Όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο δικό μου τον νιώθω τούτο τον τόπο, αγαπώ τα πάντα του και δένομαι. Αυτό δεν έκανα πάντα; Δενόμουν με ό,τι ερχόμουν σε επαφή. Το πλήρωνα πάντα, και θα το πληρώνω αυτό…

 

Κι είναι και μια Παρασκευή… κι είναι ένα ξημέρωμα Σαββάτου… κι είναι και ένας τριψήφιος αριθμός: 329. Μια ανάσα ύπαρξης δίπλα σε ένα ολοστρόγγυλο παραθυράκι, ομοίωμα φινιστρινιού πλοίου, με θέα ένα μαύρο, βελούδινο ουρανό κεντημένο μ’αστέρια… εγώ να τα ψάχνω, εσύ να τα βλέπεις, και να μου λες «να τα» και να πιάνεις το δάχτυλο μου και ν’ακουμπάς νοερά τον ουρανό. Η μουσική να ταξιδεύει το μυαλό κι εγώ να το χάνω. Η μοναδική ανάσα ύπαρξης εδώ και καιρό. Έρωτας. Πάθος. Χάσιμο. Υπενθύμιση: Η ευτυχία είναι μια στιγμή. Τυχαία. Συμβαίνει όποτε το αποφασίσει εκείνη, κι όποτε εσύ δεν το περιμένεις… Και συμβαίνει για να σε κάνει, στο μεσοδιάστημα της ανυπαρξίας της, να ονειρεύεσαι και να ελπίζεις να ξανασυμβεί. Σαν τα πυροτεχνήματα που έβλεπα χθες βράδυ και δάκρυσα χωρίς να ξέρω το γιατί. Ή μάλλον ήξερα. Κάποιοι γιόρταζαν τη στιγμή της κοινής τους ευτυχίας. Τη γιόρταζαν φανερά, να τη δουν κι άλλοι άνθρωποι στον εβένινο ουρανό και να ονειρευτούν κι εκείνοι μαζί τους, για κάτι δικό τους… Τότε εγώ τι κάνω και κυνηγάω την ευτυχία, θέλοντας να την κατακτήσω σε μόνιμο επίπεδο; Είναι αυτά που προσπαθώ χρόνια να διαλευκάνω, είναι όλα όσα δεν μπορώ ποτέ να εξηγήσω με λόγια στον έρωτα, και τελικά παραμένω μια γυναίκα σιωπηλή και απρόσιτη. Είναι όλα αυτά που εκείνος ξέρει…

 

Κι είναι και μια άλλη Παρασκευή… κι είναι ένα ξημέρωμα Σαββάτου… κι είναι και ένας μονοψήφιος αριθμός: 2. Εκεί όπου με στριμώχνεις σε μία γωνία λεκτικά και δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι εκεί που όλο σ’αφήνω να μ’αφήσεις. Κι εσύ δεν το κάνεις. Κι εγώ δεν ξέρω αν θέλω να το κάνεις, ή αν θέλω πάντα να με κρατάς. Μοναδικό μου επιχείρημα, ο χρόνος. Κι εσύ γελάς, και λες πως ο χρόνος για μας τ’αυξάνει όλα, δεν τα φθίνει. Και ξαφνικά σοβαρεύεις. Η απόσταση. Και αρχίζεις σαν ποταμός τα παράπονα και τον θυμό σου. Εκεί σωπαίνω, εκεί επαναλαμβάνω δικαιολογίες και κλείνομαι στον εαυτό μου, αυτό που πάντα μισούσες και δεν μπορώ ν’αλλάξω.

 

Εκεί πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά. Ξυπνάω στις έξι, ξεκινάω δουλειά στις επτά, τελειώνω στις δώδεκα, κοιμάμαι στη μία για να ξυπνήσω ξανά στις έξι. Δεν νιώθω το κορμί μου από την κούραση. Δεν σκέφτομαι γιατί έχω εξαντληθεί. Σ’αυτή την κατάσταση, βρίσκω ηρεμία σε μένα την ίδια. Δεν προλαβαίνω να απαντήσω σε προσωπικά τηλεφωνήματα, ούτε να κάνω, ούτε μηνύματα, ούτε τίποτα. Μόνο δουλειά. Μόνο ανάγκη να προσφέρω και να γεμίσω από όλο αυτό το απροσδιόριστο μέσα μου. Για όλα όσα δεν μπορώ να φέρω στα μέτρα που επιθυμώ σε προσωπικό επίπεδο, το καταφέρνω σε επαγγελματικό. Νιώθω δύναμη που γεμίζει τα συναισθηματικά μου κενά, και πέφτω σε ύπνο χωρίς όνειρα και χωρίς σκέψη. «Ποιές μέρες θέλεις ρεπό;», με ρώτησαν. Μόνο που δεν έβαλα τα γέλια. Τι να το κάνω το ρεπό; Για να σκέφτομαι; Όχι, ευχαριστώ. Δεν θα πάρω. Έτσι, από τη μέρα που ήρθα στο νησί, έχω πάρει ρεπό μόνο μία μέρα, κι έχω δουλέψει 30 μέρες συνεχόμενα.

 

Η μόνη δυσκολία είναι κάποια δευτερόλεπτα πριν το ταξίδι μαζί με τον Μορφέα, εκεί όπου οι ανάγκες κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε βαθμό πνιγμού. Εκεί πονάω. Μόνο τότε. Είναι η τυραννία των δευτερολέπτων… Όλα δικά μου, μα όλα ξένα…

 

[to be continued…]

Για Σένα

•Μαρτίου 28, 2008 • Comments Off

pair.jpg

Χωρίς άλλα λόγια. Γιατί κάποια πράγματα απλά σε αφήνουν με κομμένη την ανάσα, και το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να παρακαλάς να μην ξυπνήσεις από το όνειρο που ζεις.

Όνειρα γλυκά.

Κάπως έτσι

•Μαρτίου 22, 2008 • 12 σχόλια

cloudlady.jpg

Κάπως έτσι περνά ο καιρός.

Με μένα να σιωπώ μέσα από τα χαμόγελά μου και τ’αστεία μου. Μιά νέα πτυχή του εαυτού μου έχει καταλάβει τα σκοτάδια μου. Τα φώτισε και τα καθησύχασε. Σαν το παιδί που ζητά λίγο φως τη νύχτα. Τού φτάνει για να μη νιώθει μοναξιά, τού φτάνει για να νιώθει ασφάλεια μακριά από τη γονεϊκή παρουσία.

Κάπως έτσι κοιμάμαι.

Με τα φώτα σβηστά και το μυαλό άδειο, μα συνάμα τόσο γεμάτο. Γεμάτο αναμνήσεις, νέες εικόνες, χαρά, γαλήνη. Κοιμάμαι και χαμογελώ. Τα παλιά ξεθωριάζουν σιγά-σιγά μέσα μου. Αν μπορούσα να τα βάλω σε μία εικόνα, θα είχε τη μορφή ξεθωριασμένης, παλιάς, ασπρόμαυρης φωτογραφίας. Από ‘κείνες που ναι μεν αγάπησες, μα ο χρόνος σε βοηθά να κλειδώσεις στο μπαουλάκι σου. Έχεις τη φωτογραφική σου έτοιμη ανά πάσα στιγμή και ένα αδιάκοπο κλικ! τραβά συνεχώς. Τί να τις κάνεις τις παλιές; Μόνο ν’αναπολήσεις μπορείς καμιά φορά. Εκεί που μεταξύ ευθυνών, υποχρεώσεων, γέλιων, ξυπολισιάς, του τηλεφώνου που δεν σταματά να χτυπά, ενός μηνύματος στο κινητό που σε κάνει να χαμογελάς μα δεν απαντάς, εκεί που πλέον αφήνεις ανοιχτά τα παράθυρα γιατί, ναι, είναι Άνοιξη κι η ψυχή σου χορεύει σαν παπαρούνα στο δροσερό αεράκι… κάπου εκεί που το μυαλό κάνει μιά μικρή παύση, έρχεται μία εικόνα. Στην αρχή είναι ευχάριστη. Προσπαθεί να σε ξεγελάσει, βλέπεις. Την καλοδέχεσαι και ονειροπολείς. Και πάνω που σε τυλίγει η ζεστασιά, συνειδητοποιείς τη σπατάλη σου και την ξέρα του τότε, το άγονο νησί που βρισκόσουν, ναυαγός θαρρείς, και σού κόβεται η ανάσα. Εκεί βουτάς τα κλειδιά του αυτοκινήτου, όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις, και πας στη θάλασσα. Παίρνεις βαθιές ανάσες. Ρουφάς την ανοιξιάτικη αύρα της θάλασσας. Μπαίνει στα πενυμόνια σου και μοιάζει με την ευτυχία. Ίσως να μη μοιάζει και να είναι η ευτυχία… Ηρεμείς. Μιά μικρή κρίση ήταν. Πάει. Πέρασε. Εξάλλου, όλα πάνε ανέλπιστα καλά πιά, και είσαι ο εαυτός σου, αυτός που τόσοι άνθρωποι αγαπούν τόσα χρόνια.

Κάπως έτσι διανύουμε την Άνοιξη.

Με τα βαριά ρούχα να μπαίνουν στη ναφθαλίνη. Σαν εκείνες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Σαν κάποιον που κάποτε αγάπησες. Και βγαίνουν τα ελαφρύτερα. Καφές στη λιακάδα, και η αίσθηση του ήλιου να σε καίει στα ακάλυπτα σημεία, στο πρόσωπο, και να σε κάνει να νοσταλγείς, να αδημονείς πιό σωστά, για τις νύχτες του Αυγούστου. Του Ιούλη. Του Ιούνη. Του Μάη. Τις νύχτες που νιώθεις να σε τυλίγει η ζέστη της νύχτας και τα ερωτικά καλοκαιρινά φεγγάρια. Τις μέρες με ουζάκι, ταβλάκι και όλα τα μικρά, πολύτιμα πράγματα που τους βάζουμε ένα -άκι στο τέλος και το χαμόγελο καρφώνεται στο πρόσωπό μας.

Κάπως έτσι περνούν οι μέρες.

 Λιγοστεύει η ανάγκη να γράψω. Τα πολύ προσωπικά μου, με μολύβι και χαρτί πιά. Στην ανοιξιάτικη βεράντα. Τα σκαννάρω κιόλας και τα στέλνω στο αδελφάκι. “Ρε, γιατί δεν τα γράφεις αυτά στο μπλογκάκι σου;”, με ρωτά. “Γιατί δεν θέλω να μη με καταλάβουν και, αντ’αυτού, να λάβω καλημέρες. Αφού με ξέρεις. Αφού βλέπεις”, του απαντώ. “Και είμαι ο μόνος που τα διαβάζει τούτα τα διαμάντια;”, με ρωτά. “Της ψυχής μου τα διαμάντια, ναι, είσαι ο μόνος. Αφού μπορείς να καταλάβεις”.

Κάπως έτσι περνά η ζωή.

Και παρατηρώ γύρω μου. Οι άνθρωποι μοιάζουν λιγότερο στεναχωρημένοι. Δεν είναι πολύ σπουδαίο; Κάτι αλλάζει γύρω μας προς το καλύτερο, το νιώθω.

Κάπως έτσι περνά η εποχή.

Και βρίσκω ανθρώπους από την παιδική μου ηλικία. Γέλια, κακό, αναμνήσεις, πειράγματα, και η βεβαιότητα ανάμεσά μας πως δεν αλλάξαμε. “Γαμάτη ανακάλυψη;”, ρωτά κάποιος που αγαπώ πολύ απ’τα τότε. “Περάσαμε τόσα και παραμείναμε ίδιοι στην ψυχή μας!”. Συμφωνώ σιωπηλά φιλώντας τον στο μάγουλο και αγκαλιάζοντάς τον εγκάρδια.

Κάπως έτσι μέσα στα καλά.

Το κακό προσπαθεί να χαλάσει τα πράγματα. Κωφεύω και γυρίζω την πλάτη. Το μόνο που με στεναχωρεί πλέον είναι να αρρωστήσει δικός μου άνθρωπος. Πατέρα μου γλυκέ, περαστικό ήταν, είδες που σ΄τα έλεγα, παραπονιάρικό μου; Όσο υπάρχω θα φροντίζω να είσαι καλά, γιατί μέσα μου η μισή μου ψυχή είσαι εσύ. Η άλλη μισή η μάνα.

Κάπως έτσι προχωράμε.

Διανύουμε την αγαπημένη μου περίοδο του χρόνου. Τη σαρακοστή και την πορεία προς το Άγιο Πάσχα. Νηστεύοντας και προσπαθώντας να μην σφαλιαρίσω τους κολλητούς μου που τρώνε τυρί, κρέας, ενώ εκείνοι με πειράζουν ανελέητα. “Το σημαντικό είναι να προσέχουμε και την τροφή που μπαίνει στο στόμα μας, αλλά το κυριότερο, τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα μας”, συμφωνήσαμε με εκείνον που αγαπώ πολύ και θα γελάσει διαβάζοντας το κείμενο, και υποσχεθήκαμε να μην πούμε κακιά κουβέντα βλέποντας ποδόσσφαιρο…

Κάπως έτσι πετώ στα σύννεφα.

Χαμογελώντας. Ελπίζοντας. Ονειρεύοντας. Χορεύοντας. Νιώθοντας την Άνοιξη και νοσταλγώντας… όλα όσα είναι μπροστά μου για να ζήσω. Κι είναι τόσο όμορφα!